Text Widget
Interactively incentivize team driven markets and accurate meta-services. Progressively engage cutting-edge catalysts for change after efficient potentialities. Professionally generate extensive process improvements for process-centric niche markets. Dramatically initiate end-to-end niches whereas integrated best practices. Professionally envisioneer ethical results rather than team building synergy.
Recent Works

Ευρωπαϊκή Ένωση και Ελλάδα – κ. Μαραβέγιας

21 Ιαν 2019

Θα μπορούσε να παρομοιάσει κανείς την Ευρωπαϊκή Ενωση με μια μεγάλη ορχήστρα, όπου κάθε χώρα-μέλος συμμετέχει εθελοντικά στην προσπάθεια ανάλογα με τις ικανότητες-δυνάμεις του και ανάλογα με τη διάθεση συμμετοχής στον κοινό σκοπό: στην εκτέλεση του μουσικού έργου, δηλαδή στην ευημερία των πολιτών της ΕΕ.

Ομως αυτή η ορχήστρα πάσχει από χρόνια προβλήματα, που ορισμένες φορές την οδηγούν σε υπαρξιακή κρίση, ενώ άλλες φορές την οδηγούν σε μεγάλες επιτυχίες. Οι βασικές της αδυναμίες οφείλονται προφανώς και στον τρόπο συγκρότησής της αλλά και στη συμπεριφορά των μελών της.

Στις βασικές αδυναμίες της εντάσσεται το ζήτημα της πολιτικής «ασυμμετρίας» μεταξύ των μελών της, όπου άλλα είναι περισσότερο ισχυρά και άλλα λιγότερο. Η δύναμη και αδυναμία δεν προσδιορίζεται από το μέγεθος κάθε μέλους της ορχήστρας-ΕΕ, αλλά από τη σχετική ικανότητά του να είναι αποτελεσματικό ή όχι στο έργο που παράγει. Εν προκειμένω, η οικονομική αποτελεσματικότητα κάθε μέλους το κατατάσσει στους πλούσιους-δανειστές ή στους φτωχούς-δανειζόμενους από τους πρώτους, δηλαδή σ’ αυτούς που έχουν πλεονάσματα και σ’ αυτούς που έχουν ελλείμματα στις εξωτερικές τους πληρωμές, πράγμα που εμφανίστηκε ξεκάθαρα κατά την περίοδο της σημερινής κρίσης.

Αυτή η κατάσταση εκ των πραγμάτων δίδει το προβάδισμα στους πλούσιους-δανειστές (με πρώτη τη Γερμανία), οι οποίοι εν πολλοίς καθορίζουν και τους όρους εκτέλεσης, ακόμη και την επιλογή του έργου που τους συμφέρει ή τους «αρέσει». Μια μακροχρόνια ριζική λύση, βέβαια, θα ήταν η δημιουργία των προϋποθέσεων ώστε και οι φτωχοί-δανειζόμενοι να γίνουν αποτελεσματικότεροι, πράγμα που προϋποθέτει «μεγαλοψυχία» από τους πλούσιους-δανειστές και κυρίως διάθεση και ικανότητα από τους ίδιους τους φτωχούς-δανειζόμενους να επωφεληθούν, στο πλαίσιο της μακροημέρευσης της ορχήστρας-ΕΕ. Αυτό όμως προϋποθέτει εμβάθυνση της δημοκρατίας στη λήψη των αποφάσεων, ώστε να ευνοούνται και οι φτωχότεροι, αλλά και αυτοπεριορισμό της δύναμης των πλουσίων-δανειστών.

Μια δεύτερη κρίσιμη αδυναμία της ΕΕ-ορχήστρας συνδέεται με τη φύση των δεσμών μεταξύ των μελών της, οι οποίοι, καθώς είναι κατεξοχήν οικονομικού χαρακτήρα, βρίσκονται σε μια διαδικασία συνεχούς διαπραγμάτευσης, προκειμένου να διευθετηθούν μικρά ή μεγάλα οικονομικά συμφέροντα. Αυτό οδηγεί στην ανάπτυξη τεχνοκρατικών δομών στα κράτη-μέλη και στα όργανα της ΕΕ, προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι ανάγκες της διαπραγμάτευσης πολύπλοκων και δυσεπίλυτων ζητημάτων, τόσο μεταξύ των μελών όσο και μεταξύ των μελών και των οργάνων της ΕΕ (όταν πρόκειται για εκχώρηση εθνικών αρμοδιοτήτων προς τα όργανα αυτά). Δεδομένου ότι τα μέλη των οργάνων της ΕΕ απηχούν τις απόψεις των κυβερνήσεών τους (π.χ., Συμβούλιο Υπουργών), που πάντοτε σχεδόν είναι διαφορετικών πολιτικών αποχρώσεων, η ανάγκη μη πολιτικά χρωματισμένων συμβιβαστικών λύσεων οδηγεί στην ανάπτυξη μιας -φαινομενικά τουλάχιστον- άχρωμης τεχνοκρατίας που πνίγει τις πολιτικές αντιπαραθέσεις και τον δημοκρατικό πολιτικό διάλογο.

Αυτή η «τεχνοκρατία των Βρυξελλών», που είναι αναγκαία για την επίτευξη λύσεων στις συνεχείς διαπραγματεύσεις οικονομικών συμφερόντων, εκ των πραγμάτων ενστερνίζεται τις απόψεις των πλουσίων-δανειστών κρατών-μελών, καθώς αυτά έχουν την ηγεμονία στο ευρωπαϊκό επίπεδο. Ετσι, οι πολιτικές ιδεολογικές αντιπαραθέσεις και ο γόνιμος πολιτικός διάλογος περνούν στο περιθώριο με μάλλον ατελέσφορες πολιτικές συζητήσεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μεταξύ των ευρωπαϊκών πολιτικών ομάδων, πριν καταλήξουν και πάλι σε έναν τεχνοκρατικό συμβιβασμό. Το έλλειμμα δημοκρατίας είναι εδώ φανερό.

Η ισχύς αυτής της πολιτικά «άχρωμης» τεχνοκρατίας που κυριαρχεί στα όργανα της ΕΕ είναι τόσο ριζωμένη, που η πρόσφατη εκλογή του νέου προέδρου του Eurogroup, ο οποίος προέρχεται από μια φτωχή-δανειζόμενη χώρα (Πορτογαλία) και είναι, μάλιστα, σοσιαλιστικών απόψεων, δεν άλλαξε ουσιαστικά ούτε πρόκειται να αλλάξει άμεσα τις επικρατούσες απόψεις στο όργανο αυτό. Υποτίθεται, μάλιστα, ότι το Eurogroup θα ήταν το «πολιτικό αντίβαρο» στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η οποία θεσμικά αποτελεί το μη πολιτικά επηρεαζόμενο – ελεγχόμενο όργανο της ΕΕ για τη διαχείριση της Ευρωζώνης.

Προφανώς, και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ενώ δεν είναι ελεγχόμενη πολιτικά, δεν σημαίνει ότι δεν είναι, ούτε θα μπορούσε να είναι, ιδεολογικά ουδέτερη, καθώς εμφορείται από τις αρχές της νομισματικής ορθοδοξίας – και μάλιστα γερμανικού τύπου. Δεν ασχολείται, δηλαδή, με την πλήρη απασχόληση, αλλά μόνο με τη σταθερότητα των τιμών και, συνεπώς, δεν δανείζει κυβερνήσεις για να ασκήσουν δημοσιονομική πολιτική ακόμη κι όταν αυτό είναι αναγκαίο (δεν αγοράζει ποτέ κυβερνητικά ομόλογα).

Η ονομαζόμενη «νομισματική χαλάρωση» των τελευταίων ετών, που ασκεί με επιμονή ο πρόεδρος Ντράγκι και έχει συμβάλει στην ανάκαμψη, δικαιολογείται επισήμως απέναντι στη γερμανική κριτική μόνο προκειμένου να αυξηθεί ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη στο 2% από το πολύ χαμηλό σημείο που βρίσκεται. (Λόγω κυρίως της δημοσιονομικής λιτότητας που έχει επιβληθεί στην Ευρωζώνη από τις πλούσιες-δανείστριες χώρες-μέλη με επικεφαλής τη Γερμανία.)

Μια τρίτη βασική αδυναμία της ορχήστρας-ΕΕ είναι το φαινόμενο της «ασύγχρονης» πολιτικής συγκυρίας, που περιοδικά εκδηλώνεται ανάλογα με τον εσωτερικό εκλογικό κύκλο στα διάφορα μέλη της. Ετσι, παρατηρούμε το φαινόμενο μερικές χώρες-μέλη, λόγω της εσωτερικής τους πολιτικής συγκυρίας, να επιθυμούν να προχωρήσουν σε κρίσιμες αλλαγές και μερικές άλλες να διστάζουν ή να απορρίπτουν απολύτως τις αλλαγές αυτές. Αυτό είναι αναπόφευκτο, καθώς κάθε μέλος διατηρεί την οντότητά του (την κρατική του υπόσταση) και αποφασίζει με βάση τα δικά του συμφέροντα, όπως τα ερμηνεύει κάθε φορά η πολιτική παράταξη που βρίσκεται στην εξουσία.

Μόνο μερικές φορές στην ιστορία της ΕΕ υπήρξε συγχρονισμένη διάθεση από τις χώρες-μέλη να προχωρήσουν μαζί για να ολοκληρώσουν τη συνεργασία τους. Αυτό συνέβη κατά τη δημιουργία της ΕΟΚ στο τέλος της δεκαετίας του ’50 και την περίοδο 1985-2005 (αύξηση των πόρων, ενιαία αγορά, καθιέρωση κοινού νομίσματος, Συνταγματική Συνθήκη).

Η σημερινή συγκυρία, δυστυχώς, είναι διαφορετική. Η άλλοτε διστακτική Γαλλία, με τον νέο Πρόεδρο, είναι διατεθειμένη να προχωρήσει σε μεγάλες αλλαγές. Αλλά μόνο ελπίδες υπάρχουν από την πλευρά της Γερμανίας. Μόνο αν καταλήξει σε αίσιο αποτέλεσμα ο σχηματισμός κυβέρνησης μεταξύ Χριστιανοδημοκρατών και Σοσιαλδημοκρατών μπορεί να αλλάξει η στάση της Γερμανίας, της πρώτης πλούσιας-δανείστριας χώρας-μέλους, η οποία μαζί με τη Γαλλία θα μπορούσε να προχωρήσει στις προτεινόμενες αλλαγές στην ΕΕ.

Κατόπιν όλων αυτών, ποια θα μπορούσε να είναι η λύση στα προβλήματα αυτά που περιορίζουν τη δημοκρατία και την αλληλεγγύη στην ΕΕ, διευρύνουν το χάσμα μεταξύ των κοινωνικών ομάδων στο εσωτερικό των πλουσίων και των φτωχών χωρών-μελών, καταστρέφουν την ιδέα της Ενωμένης Ευρώπης στα μάτια των πολιτών τους και τους ωθούν σε εθνικιστικές και αντιευρωπαϊκές επιλογές στις εκλογές;

Αυτή τη στιγμή ως λύση προβάλλει η βαθιά μεταρρυθμιστική τομή που προτείνει η Γαλλία μαζί με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Μόνο έτσι μπορεί η ΕΕ να έχει μέλλον και να ανταποκριθεί στις επιθυμίες της πλειοψηφίας των πολιτών της. Φαίνεται ότι ο νέος Πρόεδρος της Γαλλίας αντελήφθη πλήρως ότι, αν συνεχιστεί η σημερινή πορεία, η ΕΕ θα συρρικνωθεί και ίσως διαλυθεί η ορχήστρα. Εναπόκειται στη Γερμανία να αποφασίσει.

 

Καθώς η ελληνική οικονομία προχωρά προς την έξοδο από τo τρίτο πρόγραμμα προσαρμογής (μνημόνιο) τον Αύγουστο του τρέχοντος έτους, η προσοχή στρέφεται, και ορθώς, στους όρους και στις προϋποθέσεις που θα γίνει αυτή η έξοδος. Δηλαδή, αν θα έχουμε αυστηρή μεταμνημονιακή επιτήρηση και αν η ελάφρυνση του χρέους θα είναι αρκετή, ώστε να «αναπνεύσουν» η ελληνική οικονομία και η κοινωνία από το τεράστιο βάρος.

Μετά από πολλές προσπάθειες, προόδους και παλινδρομήσεις, η ελληνική οικονομία σήμερα βρίσκεται στο επιθυμητό σημείο μακροοικονομικής ισορροπίας, καθώς τα περίφημα «τοξικά» ελλείμματα, τόσο στον κρατικό Προϋπολογισμό όσο και στις εξωτερικές πληρωμές της χώρας, δεν υπάρχουν πλέον (κάτω από 1% του ΑΕΠ). Η συγκράτηση των δημοσίων δαπανών και η υψηλή φορολογία οδήγησαν στην εξάλειψη του συνολικού δημοσιονομικού ελλείμματος και στη δημιουργία πρωτογενούς πλεονάσματος της τάξης του 4%. Ταυτόχρονα, η μεγάλη μείωση της κατανάλωσης οδήγησε σε μεγάλη μείωση των εισαγωγών και, μαζί με τη μικρότερη αύξηση των εξαγωγών και τα αυξημένα έσοδα από τον τουρισμό, συνέβαλε στην εξάλειψη σχεδόν και του ελλείμματος των εξωτερικών πληρωμών για πρώτη φορά στη χώρα μας.

Αν συνυπολογίσει κανείς και τον πολύ χαμηλό πληθωρισμό, που είναι ανάλογος με αυτόν της Ευρωζώνης, τότε ο «αφελής» παρατηρητής θα συμπεράνει ότι η ελληνική οικονομία, μετά από οκτώ χρόνια «εντατικής θεραπείας», βρίσκεται στο στάδιο της οριστικής πλέον ανάρρωσης. Παραμένει, βέβαια, το υπερβολικό εξωτερικό χρέος, αλλά και αυτό ελπίζεται ότι βαίνει προς σχετική ελάφρυνση και φαίνεται ότι έτσι μπορεί να εξυπηρετηθεί ικανοποιητικά.

Ωστόσο, ο πιο «προσεκτικός» παρατηρητής θα διαπιστώσει μερικά ανησυχητικά δεδομένα, παρά τη θετική αυτή πορεία των μακροοικονομικών δεικτών της ελληνικής οικονομίας. Το ύψος της ανεργίας παραμένει περίπου στο 20% του ενεργού πληθυσμού, ενώ αυξάνεται το «εσωτερικό χρέος», δηλ. το χρέος που έχει δημιουργείται από τους Ελληνες πολίτες και τις επιχειρήσεις προς την εφορία, τα ασφαλιστικά ταμεία και τις τράπεζες. Το χρέος αυτό (225 δισ.) έχει πλέον ξεπεράσει κατά πολύ το ετήσιο ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (ΑΕΠ) της χώρας (187 δισ.) και πλησιάζει το εξωτερικό χρέος (330 δισ.) Επιπλέον, η κατανάλωση παρουσιάζει ελάχιστη αύξηση και έχει μηδενική σχεδόν συμβολή στη θετική εξέλιξη του ΑΕΠ το 2017, που ήταν 1,4%, αλλά και στην αναμενόμενη, που προβλέπεται να είναι κοντά στο 2% το 2018.

Τα παραπάνω δείχνουν ότι η πολυπόθητη μακροοικονομική ισορροπία με την εξάλειψη των ελλειμμάτων επετεύχθη με μεγάλο κοινωνικό κόστος. Το κοινωνικό αυτό κόστος αντικατοπτρίζεται στο αυξανόμενο «εσωτερικό χρέος», με αποτέλεσμα να εντείνεται η φορολογική πίεση στους συνεπείς φορολογούμενους, ενώ τα ασφαλιστικά ταμεία και οι τράπεζες να δυσκολεύονται να επιτελέσουν την αποστολή τους, δηλαδή τα ταμεία να καταβάλουν στοιχειωδώς αξιοπρεπείς συντάξεις και οι τράπεζες να χρηματοδοτούν επαρκώς την οικονομία. Ειδικότερα, οι τράπεζες αδυνατούν να αυξήσουν τη χρηματοδότηση όχι μόνο λόγω των μη εξυπηρετούμενων δανείων, σε ποσοστό κοντά στο 50%, αλλά και διότι δεν αυξάνεται η αποταμίευση (δηλαδή οι καταθέσεις), καθώς το μειωμένο κατά 30% περίπου διαθέσιμο εισόδημα των Ελλήνων δεν αφήνει τέτοιο περιθώριο.

Με βάση τα παραπάνω, πόσο μπορεί να διατηρηθεί αυτή η μακροοικονομική ισορροπία, αν δεν αντιμετωπιστεί το πραγματικό πρόβλημα που είναι η παραγωγική αδυναμία της χώρας; Αυτή η παραγωγική αδυναμία είναι που παράγει τα ελλείμματα, ιδίως όταν συνδυάζεται με μια ακατάλληλη οικονομική πολιτική ,όπως αυτή που ασκήθηκε μετά την ένταξή μας στην ευρωζώνη.

Για να αντιμετωπιστεί αυτή η κατάσταση, χρειάζεται πολιτική συναίνεση προκειμένου να εφαρμοστεί με συνέπεια και συνέχεια ένα Εθνικό Σχέδιο Παραγωγικής Ανασυγκρότησης της ελληνικής οικονομίας ώστε να αυξηθεί η παραγωγή και η παραγωγικότητα, που, μαζί με την αποεπένδυση, φθίνει τα τελευταία χρόνια. Τώρα που έχει επιτευχθεί η μακροοικονομική ισορροπία και αρχίζει να επιστρέφει η εμπιστοσύνη στην ελληνική οικονομία, πρέπει να υπάρξει μια επενδυτική «πανστρατιά» σε τομείς και κλάδους, όπου η χώρα μας έχει πλεονεκτήματα (αγροδιατροφικά, ενέργεια, ναυτιλία, τουρισμός, υψηλή τεχνολογία κ.ά.). Μια επενδυτική «πανστρατιά» από εγχώριους και ξένους επενδυτές, που θα αυξάνει το παραγόμενο προϊόν, θα περιορίζει την ανεργία, ενώ θα βελτιώνεται η παραγωγικότητα της εργασίας και συνεπώς οι μισθοί και τα εισοδήματα των Ελλήνων πολιτών.

Μόνον έτσι θα αντιμετωπιστεί και το «εσωτερικό χρέος», θα αυξηθούν οι δημόσιες δαπάνες, ενώ θα περιοριστεί η φορολογική πίεση χωρίς να δημιουργηθεί έλλειμμα στον κρατικό Προϋπολογισμό. Παράλληλα, θα αυξηθούν η κατανάλωση και η αποταμίευση χωρίς να προκύψει έλλειμμα στις εξωτερικές πληρωμές. Η ελληνική οικονομία μόνο έτσι θα εισέλθει σε έναν «ενάρετο κύκλο» και θα διατηρήσει την, με τόσο κόπο, επιτευχθείσα μακροοικονομική ισορροπία, χωρίς παλινδρομήσεις και νέες περιπέτειες μέσα στο περιοριστικό πλαίσιο της ευρωζώνης.

 

Η φράση «και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους;» από το πασίγνωστο συμβολικό ποίημα του Κωνσταντίνου Καβάφη μπορεί να συνοψίσει το ερώτημα που βρίσκεται στη σκέψη των περισσότερων πολιτών της χώρας μας: Τώρα, μετά τα μνημόνια και την τρόικα, τι πρέπει να κάνουμε ως οργανωμένη κοινωνία; Πόσο και πώς μετά την οκτάχρονη μνημονιακή περίοδο μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματά μας και να αναζητήσουμε νέες διεξόδους χωρίς να επιστρέψουμε στις παλιές συνήθειες; Πόσο και με ποιον τρόπο ολόκληρο το πολιτικό σύστημα της χώρας θα ανταποκριθεί στις νέες συνθήκες που διαμορφώνονται στη μεταμνημονιακή εποχή; Τα περιθώρια ελευθερίας που δημιουργούνται, μικρότερα ή μεγαλύτερα, ανάλογα με τους τομείς της δημόσιας ζωής, μετά την έξοδο της Ελλάδας από την απόλυτη εποπτεία των δανειστών μας, πώς μπορούν να αξιοποιηθούν δημιουργικά;

Πολλά είναι τα ερωτήματα σε αυτή τη νέα περίοδο που ζητούν απαντήσεις, οι οποίες πρέπει να δοθούν άμεσα, αν η χώρα μας θέλει να προχωρήσει μπροστά και να συνεχίσει απρόσκοπτα την ευρωπαϊκή της πορεία.

Πρώτα από όλα πώς θα αντιμετωπίσουμε το δημογραφικό πρόβλημα που απειλεί με εξαφάνιση το ελληνικό έθνος, αν συνεχίσει ο αριθμός των θανάτων να υπερβαίνει κατά πολύ τον αριθμό των γεννήσεων; Πώς θα λύσουμε το ασφαλιστικό πρόβλημα, όταν όλο και περισσότεροι πολίτες ξεπερνούν τα εξήντα πέντε χρόνια, συνταξιοδοτούνται και χρειάζονται περισσότερη περίθαλψη, πράγμα που ανεβάζει το κόστος συνταξιοδοτικής, φαρμακευτικής και νοσοκομειακής δαπάνης, ενώ οι νέοι σε παραγωγική ηλικία είναι όλο και λιγότεροι, με αποτέλεσμα τα έσοδα από εισφορές να μην επαρκούν;

Πώς θα αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα της ανεργίας, που συνεχίζει να βρίσκεται στο περίπου 20% του ενεργού πληθυσμού, όταν όλες οι εκτιμήσεις θεωρούν ότι η οικονομία μας θα αναπτύσσεται με χαμηλούς ρυθμούς (2%-2,5%) και μάλιστα όταν είναι απαραίτητο να επενδύουμε σε τομείς έντασης κεφαλαίου και όχι έντασης εργασίας, επειδή αυτοί οι τομείς έχουν υψηλότερο τεχνολογικό περιεχόμενο και συνεπώς μπορούν να παράγουν προϊόντα διεθνώς ανταγωνιστικά;

Πώς θα αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα του τεράστιου εξωτερικού δημόσιου χρέους, όταν τα πρωτογενή πλεονάσματα του Προϋπολογισμού που απαιτούνται αφαιρούν από την οικονομία σημαντικούς πόρους, πράγμα που εμποδίζει την ανάπτυξη, καθώς μειώνεται η κατανάλωση και κυρίως η επένδυση και αποθαρρύνονται οι δημιουργικοί πολίτες, επιχειρηματίες και μισθωτοί, λόγω της υψηλής φορολογίας που τους επιβάλλεται;

Πώς θα αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα της δημόσιας διοίκησης, όταν, με τους αργούς ρυθμούς που κινείται, προκαλεί τεράστια σπατάλη πόρων από τις καθυστερήσεις στη διεκπεραίωση των διαδικασιών και στη λήψη επενδυτικών αποφάσεων; Πώς θα λύσουμε το ζήτημα των καθυστερήσεων στην εκδίκαση των υποθέσεων στη Δικαιοσύνη, όταν, εκτός από τα προβλήματα ατιμωρησίας που δημιουργεί, προκαλεί και τεράστιο κόστος από την αναβολή των πρωτοβουλιών εγχώριων και ξένων επιχειρηματιών;

Πώς θα συμφωνήσουμε σε μια εκπαιδευτική πολιτική που δεν θα αλλάζει με κάθε διαφορετικό υπουργό και κάθε διαφορετική κυβέρνηση; Μια εκπαιδευτική πολιτική με στόχο εκπαίδευση υψηλής ποιότητας και ίσες ευκαιρίες για όλους, προσανατολισμένη στην καλλιέργεια της προσωπικότητας των νέων, αλλά και στις ανάγκες της ελληνικής οικονομίας. Πώς θα φέρουμε πίσω εκατοντάδες χιλιάδες νέους υψηλής εκπαίδευσης που έφυγαν στα δύσκολα χρόνια της κρίσης και συνεχίζουν να φεύγουν, δίνοντας ταυτόχρονα προοπτική προσωπικής προκοπής και επαγγελματικής ανόδου με αξιοκρατία, αξιοπρέπεια και κοινωνική δικαιοσύνη στους νέους που παραμένουν και προσπαθούν να δημιουργήσουν στη χώρα μας;

Πώς θα εξαλείψουμε τις πελατειακές σχέσεις, τη διαφθορά, την αναξιοκρατία, την αδιαφορία για το δημόσιο συμφέρον, τις προσωπικές εξυπηρετήσεις κ.ά., που αποτελούν τους κρισιμότερους παράγοντες πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής καθυστέρησης της χώρας μας;

Το μέγα ερώτημα είναι με ποιο τρόπο θα γίνουν όλα αυτά, τώρα που αρχίζει η επόμενη μέρα χωρίς «βαρβάρους»; Το πρώτο βήμα είναι η συνεννόηση μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων και η σύνεση και η σωφροσύνη στις αποφάσεις της κυβέρνησης. Βεβαίως, η συνεννόηση και η συναίνεση στο πολιτικό και στο κοινωνικό πεδίο δεν σημαίνουν εξαφάνιση των αντιθέσεων που υπάρχουν στο πολιτικό και κοινωνικό σύστημα της χώρας. Σημαίνουν, όμως, ηπιότητα του πολιτικού λόγου και σύνθεση των διαφορετικών απόψεων χωρίς έπαρση και αποκλεισμούς. Επιστέγασμα είναι η εκπόνηση και η εφαρμογή ενός κατά το δυνατόν συναινετικού, συνολικού, λεπτομερούς στρατηγικού σχεδίου ανασυγκρότησης της χώρας, πέρα και πάνω από τα μνημόνια.

share

admin

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *